Το ΣτΕ δεν αίρει ποινή της αργίας για τον Γιώργο Σιούφα για τη μετατροπή δικηγορικής εταιρείας σε εισπρακτική

Το Γ΄ Τμήμα του Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τις αιτήσεις του Γιώργου Σιούφα διαχειριστή και εκπρόσωπου της δικηγορικής εταιρείας «Σιούφας και Συνεργάτες» -την είχε ιδρύσει ο πατέρας του πρώην πρόεδρος της Βουλής Δημήτρης Σιούφας- και της διευθύντριας των νομικών υπηρεσιών της εταιρείας Όλγας Ευτυχίδου.

Με αυτές, ζητούσαν να ανασταλούν οι πειθαρχικές ποινές της προσωρινής αργίας του ενός έτους και των 6 μηνών που επιβλήθηκαν, αντίστοιχα, από το Δευτεροβάθμιο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων, όπως και το πρόστιμο των 15.000 ευρώ που έχει επιβληθεί για μη σύννομες ενέργειες τους προς δανειολήπτες τραπεζών, κ.λπ.

Αντίθετα, το ΣτΕ έκανε δεκτή την αίτηση αναστολής της εν λόγω εταιρείας μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της κυρίας αίτησης που έχουν καταθέσει.

Ο κ. Σιούφας, η κυρία Ευτυχίδου και η εν λόγω εταιρεία μέσω του συνηγόρου τους Βασίλη Παπαδημητρίου, έχουν προσφύγει στο ΣτΕ και ζητούν να ανασταλούν και να ακυρωθούν οι πειθαρχικές ποινές που τους έχουν επιβληθεί. Ήδη, η κυρία αίτηση ακύρωσης έχει συζητηθεί (1.4.2021) και αναμένεται η έκδοση απόφασης.

Σύμφωνα, με τη δευτεροβάθμια πειθαρχική απόφαση, η εταιρεία λειτουργεί με «εισπρακτική διαδικασία, που δεν υπάγεται στο έργο του δικηγόρου» και «δεν συνάδει με το δικηγορικό λειτούργημα», ενώ η συμπεριφορά της προσήκει «περισσότερο με ενασχόληση με εισπρακτική διαδικασία που δεν υπάγεται στο έργο του δικηγόρου».

Τώρα, το Γ΄ Τμήμα του ΣτΕ (πρόεδρος Δημήτρης Σκαλτσούνης, εισηγήτρια η Ελένη Γεωργούτσου και βοηθός εισηγήτριας η Χριστίνα Τζέμου) με τις υπ΄ αριθμ. 60 και 61/2021 αποφάσεις της Επιτροπής Αναστολών, απέρριψαν τις αιτήσεις τόσο του κ. Σιούφα, όσο και της κυρίας Ευτυχίδου και έκανε δεκτή μόνο της εταιρείας, έως ότου εκδοθεί η απόφαση.

Συγκεκριμένα, το ΣτΕ απέρριψε τους ισχυρισμούς του κ. Σιούφα, ότι η πειθαρχική απόφαση συνεπάγεται ανεπανόρθωτη προσβολή τόσο της επαγγελματικής του φήμης όσο και της εταιρείας, καθώς και ότι θα επιφέρει έντονη κοινωνική και ηθική απαξία, ενώ θέτει σε διακινδύνευση τον βιοπορισμό του ίδιου και της οικογένειάς του. Επίσης, το ΣτΕ αναφέρει ότι δεν προβάλλονται προδήλως βάσιμοι (δηλαδή δεν πιθανολογείται ότι θα γίνουν δεκτοί) οι ισχυρισμοί του κ. Σιούφα, ότι: α) η προσβαλλόμενη πειθαρχική απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, β) παραβιάζει την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και γ) παραβιάζει την αρχή «κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς υφιστάμενο νόμο»), κ.λπ.

Παράλληλα, το ΣτΕ αφού έλαβε υπόψη του ότι η εταιρεία έχει 42 συμβάσεις έμμισθης εντολής με τράπεζες και άλλες εταιρείες εκκαθάρισης, αλλά και εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις, σημειώνει ότι «ενδεχόμενη κίνηση της διαδικασίας λύσης και εκκαθάρισης αυτής θα επιφέρει πράγματι βλάβη δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακύρωσης».

Τελικά, το ΣτΕ, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση αναστολής και διέταξε, «τη μη λύση της δικηγορικής εταιρείας» με την επωνυμία» “Σιούφας και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρεία”, λόγω «της επιβολής της πειθαρχικής ποινής της προσωρινής παύσης ενός έτους από το δικηγορικό λειτούργημα του εταίρου της Γεωργίου Σιούφα και της έκτισής της από αυτόν».

Με την δεύτερη απόφασή του το ΣτΕ (60/2021), απέρριψε και την αίτηση της κυρίας Ευτυχίδου. Οι σύμβουλοι Επικρατείας απέρριψαν όλους τους ισχυρισμούς της, όπως είναι η ανεπανόρθωτη βλάβη στην επαγγελματικής της φήμη, καθώς και ότι θα επέλθει έντονη κοινωνική και ηθική απαξία, αλλά και ότι θα υπάρξει διακινδύνευση του βιοπορισμού της, όπως απέρριψε και τους επικαλούμενους λόγους υγείας, σημειώνοντας ότι «το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την άμεση εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής».

Η καταγγελία

Αφορμή για τις πειθαρχικές ποινές απετέλεσε έγγραφη καταγγελία γυναίκας δανειολήπτριας στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, σύμφωνα με την οποία υπάλληλοι του γραφείου των αδελφών Σιούφα επανειλημμένα την καλούσαν τηλεφωνικά, παραβιάζοντας την ιδιωτική και οικογενειακή της ζωή, ενώ τηλεφωνούσαν ακόμη και στο χώρο εργασίας της, δημιουργώντάς της προβλήματα. Κατά τις τηλεφωνικές αυτές οχλήσεις οι υπάλληλοι των αδελφών Σιούφα, υποστήριζαν ότι είναι δικηγόροι. Όταν όμως τους ζητούσε τον αριθμό μητρώου του ΔΣΑ, τότε παραδεχόντουσαν ότι δεν είναι δικηγόροι, αλλά υπάλληλοι της και ενημέρωναν ότι η κλήση καταγράφεται.

Δεν ήταν καν στις συμβαλλόμενες εισπρακτικές

Η καταγγέλλουσα ζήτησε από την Γ.Γ. Καταναλωτή, να επιβληθούν στην Τράπεζα και στην εισπρακτική εταιρεία τα προβλεπόμενα πρόστιμα και να ερευνηθεί εάν οι ενέργειες της εισπρακτικής εταιρείας είναι κατόπιν εντολής της Τράπεζας και εάν γνωρίζει η Τράπεζα ότι συνεργάζεται με παράνομη εισπρακτική εταιρεία. Ακόμη, ζήτησε να διευκρινιστεί εάν είναι υποχρεωμένη να απαντά στα τηλεφωνήματα της εταιρείας Σιούφα των οποίων οι αριθμοί τους δεν είναι σε κανένα επίσημο τηλεφωνικό κατάλογο, ούτε στην ιστοσελίδα της Τράπεζας.

Η ΓΓΚ επικαλέστηκε γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (598/2012) σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται κατά το άρθρο 9 παράγραφος 3 νόμου 3758/2009 στους δανειστές (Τράπεζες, κ.λπ.), επί ποινή ακυρότητας, να συνάπτουν συμβάσεις με εταιρείες, οι οποίες δεν είναι εγγεγραμμένες στο «Μητρώο Εταιρειών Ενημέρωσης Οφειλετών για Ληξιπρόθεσμες Απαιτήσεις». Και έτσι διαβίβασε η Γ.Γ. Καταναλωτή την καταγγελία στον ΔΣΑ. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε η πειθαρχική διαδικασία.

Απόλυτη η πειθαρχική απόφαση

Σύμφωνα με την ομόφωνη Δευτεροβάθμια πειθαρχική απόφαση (29/2019) ο διαχειριστής και εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας Γιώργος Σιούφας, «διοργανώνει και διευθύνει τη εισπρακτικού χαρακτήρα εταιρεία του, χρησιμοποιώντας πλήθος προσώπων και δικηγόρων», η δε κυρία Ευτυχίδου, η οποία συμμετέχει ενεργά στην όλη διαδικασία της επίμαχης εταιρείας, «εκτελεί έργα εισπρακτικού χαρακτήρα».

Η διαδικασία στο ΣτΕ

Κατά τη συζήτηση στο ΣτΕ ο συνήγορος Βασίλης Παπαδημητρίου, σύμφωνα με πληροφορίες υποστήριξε ότι οι πειθαρχικές αποφάσεις των εντολέων του είναι παντελώς αναιτιολόγητες και αόριστες, καθώς ανήγαγαν απλές απόπειρες επικοινωνίας «των βοηθών -υπαλλήλων» της εταιρείας με την οφειλέτη σε βαρύτατο, αλλά πλήρως απροσδιόριστο παράπτωμα.

Ο κ. Παπαδημητρίου δέχθηκε ότι οι εντολείς του απασχολούν σήμερα 350 εργαζομένους (οι 75 είναι δικηγόροι) και έχουν υποκαταστήματα στην Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Βουκουρέστι και Σιγκαπούρη.

Από την πλευρά του τόσο το υπουργείο Δικαιοσύνης, όσο και ΔΣΑ αντέκρουσαν όλους τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων και επικεντρώθηκαν στο ότι δεν υπάρχει θέμα παραγραφής των πειθαρχικών παραπτωμάτων και αποφάσεων, όπως υποστηρίζει η εταιρεία, ενώ απάντησαν στα επιχειρήματα που προέβαλε.

HJ με πληροφορίες και από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Αθήνα, Ελλάδα

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *